Σάββατο, Απρίλιος 10, 2021

EΛΛΑΔΑ 1ος

 

 

 

 

 

 

Η Συνθήκη της Λωζάννης και η αποστρατικοποίηση των νήσων

 

 

 

 

 

 

Η Συνθήκη της Λωζάννης και η αποστρατικοποίηση των νήσων

Βασίλειος Λ. Κωνσταντινόπουλος Καθηγητής Πανεπιστημίου

Η Συνθήκη της Λωζάννης, αποτελούμενη από 5 κεφάλαια,, που υπεγράφη στις 24-7-1923 μεταξύ της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, της Ελλάδος, της Ρουμανίας και του Σερβο-Κροατο-Σλοβενικού κράτους αφ’ ενός και της Τουρκίας αφ’ ετέρου και πήρε το όνομά της από την πόλη της Ελβετίας, όπου έλαβε χώρα η διάσκεψη των ως άνω κρατών, ανέτρεψε την υπογραφείσα στις 10-8-1920 Συνθήκη των Σεβρών, η οποί αποτέλεσε το επιστέγασμα των φιλοδοξιών του Βενιζέλου για μία Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών.

Κατά τραγική ειρωνεία, ο άνθρωπος που υπήρξε αρχιτέκτων της πολιτικής αυτής κλήθηκε από την επαναστατική Κυβέρνηση να υπογράψει το πιστοποιητικό θανάτου του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού, που επήλθε λόγω σωρείας λαθών, τα οποία δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε. Ο Βενιζέλος χειρίσθηκε με αξιοπρεπή τρόπο τη μεγάλη στρατιωτικοπολιτική ήττα της εκστρατείας της Μικράς Ασίας και του συνακόλουθου ξεριζωμού των Ελλήνων από τις πατρογονικές τους εστίες, μια ήττα που υπήρξε η μεγαλύτερη εθνική ήττα μετά το 1453.

Για την Τουρκία η Συνθήκη σήμαινε τη συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας και τη μετατροπή της σε ένα κράτος που ικανοποιούσε τις απαιτήσεις των συμμάχων, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονταν για την αποκατάσταση των εθνικών δικαίων άλλων μειονοτήτων, π.χ. Κούρδων, για λόγους καθαρά υπολογισμού και συμφέροντος.

Η Συνθήκη όρισε τα νέα σύνορα της Τουρκίας με τη Βουλγαρία, το Ιράκ, τη Συρία και βεβαίως την Ελλάδα. Η Τουρκία επίσης παραιτήθηκε (άρθρο 17) παντός δικαιώματός της επί της Αιγύπτου και επί του Σουδάν, παραίτηση η οποία θεωρήθηκε ότι έγινε αναδρομικά από την 5-11-1914, και αναγνώρισε (άρθρο 20) την προσάρτηση της Κύπρου από τη Μεγάλη Βρετανία, που ανακηρύχθηκε την ίδια ημέρα, δηλαδή 5-11-1914.

Οι διατάξεις που αφορούν την Ελλάδα περιλαμβάνονται στα άρθρα 12 έως και 15. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 12 αναγνωρίζεται σε εκτέλεση των άρθρων 5 της Συνθήκης του Λονδίνου της 17-5-1913 και του άρθρου 15 της Συνθήκης των Αθηνών της 1-11-1913 η κυριαρχία της Ελλάδος επί των νήσων της Ανατολικής Μεσογείου, δηλαδή Λήμνου, Σαμοθράκης, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας, εκτός της Ίμβρου, της Τενέδου, των Λαγουσών νήσων και των νήσων που κείνται σε απόσταση μικρότερη των 3 μιλίων από την μικρασιατική ακτή, τα οποία διατελούν υπό τουρκική κυριαρχία.

Στο άρθρο 13 αναφέρεται ρητά ότι η Ελληνική Κυβέρνηση υποχρεώνεται να μην ανεγείρει στις νήσους Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο και Ικαρία κάποιο οχυρωματικό έργο και να μην τα χρησιμοποιήσει για εγκατάσταση ναυτικής βάσεως. Υποχρεώνεται επίσης να απαγορεύσει την υπέρπτηση στρατιωτικών αεροσκαφών στην ακτή της Ανατολίας και αντιστοίχως υποχρεώνεται η Τουρκία να απαγορεύσει την υπέρπτηση αεροσκαφών στις ως άνω ελληνικές νήσους. Στο ίδιο άρθρο παρ. 3 αναγνωρίζεται ρητά το δικαίωμα της Ελλάδος να εκγυμνάζει στα νησιά αυτά τον συνήθη αριθμό των καλουμένων για στρατιωτική θητεία, καθώς και να διατηρεί ανάλογη δύναμη χωροφυλακής και αστυνομίας.

Το άρθρο 14 αναφέρει ρητά ότι η Ίμβρος και η Τένεδος παραμένουν μεν υπό τουρκική κυριαρχία με κάθε εγγύηση όμως για την προστασία των προσώπων και των περιουσιών του μη μουσουλμανικού ιθαγενούς πληθυσμού (!!!) και απολαμβάνουν ειδικής διοικητικής οργανώσεως, αποτελουμένης από τοπικά στοιχεία (δηλαδή Έλληνες). Η διατήρηση επίσης της τάξεως θα εξασφαλίζεται από αστυνομία στρατολογούμενη από τον ιθαγενή πληθυσμό και θα τελεί υπό τις διαταγές της ως άνω προβλεπόμενης τοπικής διοικήσεως. Η Ίμβρος και η Τένεδος εξαιρούνται ρητά από τη συμφωνία περί ανταλλαγής πληθυσμών.

Στο άρθρο 15 η Τουρκία παραιτείται ρητά υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου στις νήσους Αστυπάλαια, Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο, Κάσσο, Τήλο, Νίσυρο, Κάλυμνο, Λέρο, Πάτμο, Λειψούς, Σύμη και Κω, και στις νησίδες που εξαρτώνται αυτές, καθώς και από τη νήσο Καστελλόριζο.

Η συρρίκνωση αυτή της τουρκικής επικράτειας δεν έγινε αποδεκτή από το βαθύ τουρκικό κράτος, το οποίο, είτε στην κεμαλική είτε στη μουσουλμανική έκφανσή του, διαθέτοντας μάλιστα μια εθνική στρατηγική ανύπαρκτη στην Ελλάδα, παραμένει σταθερά προσηλωμένο στην επανάκτηση των εδαφών που απωλέσθησαν και τροφοδοτεί τον τουρκικό μεγαλοϊδεατισμό με την κυρίαρχη αυτή ιδέα, την οποία εφαρμόζει κατά τη συνήθη τακτική του γιαβάς-γιαβάς.

Πράγματι, η Τουρκία με αργό, αλλά σταθερό βηματισμό εξεδίωξε με διάφορους τρόπος τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, που από 120000 έμειναν 2500, τουρκοποίησε διοικητικά την Ίμβρο και την Τένεδο, γκρίζαρε την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο, εισέβαλε και κατέκτησε το βόρειο τμήμα της Κύπρου, παρεβίασε αυθαίρετα την κυπριακή και ελληνική ΑΟΖ με τα γεωτρύπανά της, παρενέβη με πολεμικά μέσα στο Ιράκ, τη Συρία, τη Λιβύη και το Ναγκόρνο-Καραμπάχ και με την ανοχή ή τη συνενοχή των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και της Ρωσίας, έχει επεκτείνει την κυριαρχία της, παραβιάζοντας ωμά και προκλητικά τη Συνθήκη της Λωζάννης και τις άλλες Διεθνείς Συνθήκες, καλώντας την Ελλάδα και την Κύπρο σε διάλογο προς αναγνώριση de jure όσων έχει καταλάβει de facto. Επιπροσθέτως, απαιτεί την αποστρατικοποίηση των νήσων και την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης, την οποία η ίδια μονομερώς έχει παραβιάσει συστηματικά.

Και όμως, οι τουρκικές αυτές αξιώσεις δεν έχουν κανένα νομικό έρεισμα, αφού, όσον αφορά στην αρχικά προβλεπόμενη αποστρατικοποίηση της Λήμνου, της Σαμοθράκης και συνακόλουθα των Δαρδανελίων και των τουρκικών νήσων Ίμβρου, Τενέδου κ.ά., αυτή καταργήθηκε ως υποχρέωση και για τις δύο χώρες με τη Συνθήκη του Montreux το 1936, όπως ρητώς αποδέχθηκε και η Τουρκία από τις 6 Μαΐου 1936 με επιστολή της προς την Ελληνική Κυβέρνηση (βλ. σχετικά Πρακτικά Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, Ιούλιος 1936, τεύχ. 12, σελ. 309).

Η αναφορά επομένως της Τουρκίας στην αποστρατικοποίηση της νήσου Λήμνου είναι νομικά αβάσιμη και ανέρειστη.

Ως προς το καθεστώς των Δωδεκανήσων, αυτό διέπεται από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, με την οποία αυτά παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα με την υποχρέωσή μας βέβαια να παραμείνουν αποστρατικοποιημένα, μετά από απαίτηση της Σοβιετικής Ένωσης.

Η Τουρκία όμως δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης και επομένως δεν έχει καμία υποχρέωση ή δικαίωμα εγειρόμενο υπέρ εαυτής, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών. Επιπροσθέτως, η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου, η ίδρυση του ΝΑΤΟ άλλαξε το καθεστώς στρατικοποίησης, όχι μόνο για τις εν λόγω ελληνικές νήσους, αλλά και για αντίστοιχες τουρκικές, καθώς επίσης και ιταλικές νήσους (Lampedusa κ.ά.), καθεστώς που επεκτάθηκε και σε ευρωπαϊκές χώρες, π.χ. Γερμανία.

Επομένως, το ίδιο ανέρειστη και αβάσιμη είναι και η αναφορά στην αποστρατικοποίηση των Δωδεκανήσων.

Όσον αφορά στην αποστρατικοποίηση των νήσων Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας, αυτή δεν ορίζεται stricto sensu στο άρθρο 13 της Συνθήκης της Λωζάννης, ενώ οι συνεχείς παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου, η παρουσία στα τουρκικά παράλια μεγάλου αποβατικού στόλου και η καταπάτηση της διοικητικής αυτονομίας της Ίμβρου και της Τενέδου θεσπίζουν υποχρέωση της Ελλάδος να διασφαλίσει την κυριαρχία της επί των νήσων αυτών, αλλά και ρητή πρόβλεψη στη Συνθήκη της Λωζάννης να υπήρχε, η απειλητική και επιθετική στάση της Τουρκίας από τον Έβρο μέχρι την Κύπρο υποχρεώνει την Ελλάδα με βάση το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ να περιφρουρήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα με κάθε τρόπο.

Η Τουρκία, ζητώντας την αποστρατικοποίηση των νήσων, επιδιώκει την επανάληψη του εγχειρήματος στην Κύπρο με την απόσυρση από την Χούντα της ελληνικής μεραρχίας, ώστε να καταστήσει ευκολότερη μια αποβατική ενέργεια στο Αιγαίο, όπως ακριβώς και στην Κύπρο το 1974.

Σε απάντηση των τουρκικών αυτών αξιώσεων, η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να ενισχύσουν την άμυνα των νήσων και των θαλάσσιων ζωνών, λαμβάνοντας υπ’ όψιν επιπλέον την καινοφανή απειλή των τουρκικών drones και να ενδυναμώσουν την αεροπορική υπεροχή και τη ναυτική ισχύ τους, κατεπειγόντως με προμήθεια προηγμένων οπλικών συστημάτων και άμεσα με την ίδρυση μιας σύγχρονης αμυντικής βιομηχανίας, η οποία ταυτόχρονα θα συνδεθεί με την ανάπτυξη των χωρών μας και την απασχόληση εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού.

Η Ελλάδα και η Κύπρος 200 χρόνια μετά την επανάσταση του 1821 ας δημιουργήσουν επιτέλους τις προϋποθέσεις μόνιμης και σταθερής ισχύος του Ελληνισμού, που δεν θα απειλείται από τη δύναμη αυτή που επί 400 χρόνια τον είχε υποδουλώσει και που πάλι τον επιβουλεύεται. Αυτή είναι η σημειολογία της επετείου και το χρέος των επιγόνων έναντι των ηρώων του 1821.

 

 

 

Πως η επίσημη Ελλάδα ξέπλυνε τα τουρκικά εγκλήματα

Κάνοντας έναν απολογισμό της χρονιάς που πέρασε, τα δύο μεγάλα γεγονότα που αμέσως ξεχωρίζουν είναι η εμφάνιση της πανδημίας και η έξαρση της επιθετικότητας της Τουρκίας υπό την εποπτεία μιας αυταρχικής, ημιφασιστικής, ισλαμο-εθνικιστικής ελίτ.

Η Ελλάδα βρέθηκε σε θέση άμυνας απέναντι σε αυτήν όξυνση.

Η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων, αλλά και συγκεκριμένων εδαφών (νησιών και νησίδων) του εθνικού χώρου που διεκδικεί με περισσό θράσος η Τουρκία, οδήγησε για πρώτη φορά στην επεξεργασία τεχνικών και τακτικών αποτροπής, τόσο σε στρατιωτικό επίπεδο, όσο και σε διπλωματικό. Το στοιχείο όμως που κραυγαλέα απουσιάζει στην ελληνική αντίδραση, είναι η ερμηνεία αυτής της τουρκικής επιθετικότητας.

Μια ερμηνεία που αναπόφευκτα βασίζεται στην καλή ιστορική γνώση, στην ανάλυση των τάσεων στην τουρκική κοινωνία και στην αξιοποίηση των δεδομένων που απορρέουν από τη διαχρονική συμπεριφορά των δυνάμεων που δημιούργησαν τη σύγχρονη Τουρκία. Εκτός όμως από την αδυναμία χρήσης ιστορικών δεδομένων, παρατηρούμε ότι λείπει και το χιούμορ στην αντιμετώπιση των ακραίων και κραυγαλέα ανορθολογικών συμπεριφορών!

Όπως για παράδειγμα είναι οι φιέστες είτε για τη Μάχη του Ματζικέρτ (1071), είτε για την Άλωση της Πόλης (1453) κ.λπ.

Το χιούμορ του Ουζμπέκου πρωθυπουργού

Αυτή την αίσθηση του χιούμορ που απορρέει από την καλή γνώση των ιστορικών δεδομένων την έχουν οι ανταγωνιστές των "δικών μας" Τούρκων στους τουρκόφωνους πληθυσμούς της Κεντρικής Ασίας. Ένα πολύ χαριτωμένο τέτοιο παράδειγμα ήταν το σχόλιο του Ουζμπέκου πρωθυπουργού προς τον Τούρκο ομόλογό του, όταν μετά τη σοβιετική κατάρρευση η τουρκική ηγεσία πίστεψε ότι είχε έρθει η ώρα την ένωσης του τουρκόφωνου κόσμου, υπό την ομπρέλα ενός ανανεωμένου παντουρανισμού.

Ο Ουζμπέκος πρωθυπουργός είχε υποδεχτεί στην Τασκένδη, με ιδιαίτερη θερμότητα τον Τούρκο "ομοεθνή" του. Όμως δεν δίστασε καθόλου να του πει τεχνηέντως αστειευόμενος: «Χαιρόμαστε που ξανασυναντιόμαστε μετά από αιώνες απομάκρυνσης όλες εμείς οι τουρκικές ομάδες. Όμως ένα πράγμα δεν μπορούμε να εξηγήσουμε. Πώς σας στείλαμε στη Δύση πριν από 700 χρόνια με σχιστά μάτια, και μας γυρνάτε με στρόγγυλα»!

Δυστυχώς αυτό το έξυπνο χιούμορ, που βασίζεται στην βαθιά γνώση της ιστορίας δεν είναι από τα στοιχεία που διακρίνουν την ελληνική συμπεριφορά στην αντιμετώπιση του τουρκικού θράσους. Ας δούμε όμως γιατί πολύ σημαντικά γεγονότα που σχετίζονται με την συμπεριφορά του τουρκικού εθνικισμού και είναι λίγο πολύ αποδεκτά από την ξένη ιστοριογραφία, παραμένουν σχεδόν ταμπού στην "μικρά πλην έντιμο" πατρίδα μας και ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν από τις κυβερνήσεις και το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών.

Πώς γράφτηκε η ιστορία

Την επίσημη ιστορία τη γράφουν πάντα οι νικητές. Η προσπάθεια των ηττημένων να αναδείξουν και αυτοί τη δική τους ιστορική εμπειρία, αποτελεί τις περισσότερες φορές μια επώδυνη περιπέτεια.

Και οι μόνοι ηττημένοι, κατά τη διαδικασία του μεγάλου μετασχηματισμού της Εγγύς Ανατολής που άρχισε το 1908 και ολοκληρώθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923, υπήρξαν οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, οι "Ανταλλάξιμοι" και από τις δύο ακτές του Αιγαίου, καθώς και οι οικογένειες των στρατιωτών που έχασαν τη ζωή τους την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου 1919-1922.

Οι κυρίαρχες ελίτ της Ελλάδας δεν βγήκαν χαμένες από τον πόλεμο και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η ομογενοποίηση του χώρου που ήλεγχαν με την Ανταλλαγή των πληθυσμών, η εξαφάνιση του μοναδικού ενδοεθνικού κοινωνικού ανταγωνιστή που ήταν οι αστοί της Μικράς Ασίας, η εισροή εκατοντάδων χιλιάδων απόκληρων ομογενών προσφύγων που ανάπτυξαν τις αγροτικές περιοχές στις Νέες Χώρες, η άφιξη εξειδικευμένου τεχνολογικά δυναμικού, μαζί με την μεταφορά όσων κεφαλαίων διασώθηκαν, οδήγησαν στο οικονομικό θαύμα του Μεσοπολέμου (που το σταμάτησε η γερμανική Κατοχή) και αναβάθμισαν τον γεωγραφικό χώρο που ήλεγχαν.

Κατά συνέπεια, η ιστορική μνήμη των προσφύγων ήταν μάλλον άχθος στην μετά το 1922 Ελλάδα. Και αυτό αποτυπώθηκε στις κυρίαρχες αναγνώσεις του παρελθόντος από τα μεγάλα κόμματα που είτε κυβέρνησαν, είτε αντιπολιτεύτηκαν. Η αθώωση του εγκληματικού παρελθόντος του τουρκικού εθνικισμού αποτυπώνεται με τη θετική εικόνα που διαμόρφωσαν για τον Μουσταφά Κεμάλ εκείνη την εποχή τα τρία σημαντικά κόμματα:

Δεξιά και μοναρχική παράταξη, ως κύριοι υπεύθυνοι της Μικρασιατικής Καταστροφής,

Φιλελεύθεροι, ως κληρονόμοι του βενιζελισμού και

Κομμουνιστικό Κόμμα ως άβουλο παράρτημα της Κομιντέρν, που ευνόησε την τουρκική νίκη.

Η απαγορευμένη μνήμη

Όμως το ιστορικό παρελθόν φαίνεται να υπόκειται σε πολλαπλές αναγνώσεις. Το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτής της περίπτωσης αποτελεί η πολιτική μνήμη των προσφύγων του ’22, απαγορευμένη έως τη δεκαετία του ’80. Η "αντι-μνήμη", που διαμορφώθηκε από τα κάτω αμφισβήτησε τα κυρίαρχα αφηγήματα, όταν το επέτρεψαν οι συνθήκες.

Με το αίτημα που διατυπώθηκε από τις προσφυγικές οργανώσεις για την αναγνώριση της γενοκτονίας που υπέστησαν από τον τουρκικό εθνικισμό την περίοδο 1914-1923, αλλά και με την κριτική που άσκησαν, τόσο προς τις ελλαδικές ελίτ για την αρνητική τους στάση, όσο και προς το σταλινισμό για τη μεταχείριση αυτών που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ, αμφισβήτησαν το σύνολο των κυρίαρχων ιδεολογημάτων και την απαίτηση για επιλεκτική λήθη.

Η προσπάθεια των οργανώσεων των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής να προτείνουν ένα άλλο ερμηνευτικό μοντέλο για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου θα συναντήσει σφοδρή αντίδραση, αρχικά από το συντηρητικό φιλονατοϊκό πολιτικό χώρο και στη συνέχεια από ένα τμήμα της παραδοσιακής Αριστεράς, αλλά και της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς.

Η καθιέρωση κατά τη δεκαετία του ’90 των Ημερών Μνήμης για τις Γενοκτονίες λίγο άλλαξε τα φιλοκεμαλικά ελλαδικά στερεότυπα, ενώ αντίθετα παρατηρήθηκε η εμφάνιση ενός σημαντικού ρεύματος αρνητών της γενοκτονίας, καθώς και μια έμπρακτη προσπάθεια του δεξιού αναθεωρητισμού, όπως εκφράστηκε με την απόφαση του Αρείου Πάγου που ακύρωνε τη Δίκη των Έξι. Οι διαφωνίες αυτές και οι σκληροί πόλεμοι για τη Μνήμη και την Ιστορία, αγγίζουν τον πυρήνα διαμόρφωσης της νεοελληνικής ιδεολογίας.

Αγτζίδης Βλάσης https://slpress.gr ksipnistere 7/01/2021

 

 

 

 

ΟΥΣΤ,

ΑΘΕΟΙ ΚΙ ΑΠΑΤΡΙΔΕΣ!

ΑΘΕΟΙ ΚΙ ΑΠΑΤΡΙΔΕΣ!

https://topothoumeno.blogspot.com/

Triklopodia 2/1/2021

 

. Δυτική Μακεδονία

 

 

 

 

°F | °C
invalid location provided